
18 | 04 | 2011 10:19
Ο δικός μου, Νίκος Παπάζογλου...
Χθες Κυριακή ξύπνησα κουρασμένος και αηδιασμένος από το σαββατιάτικο παιχνίδι,
πήγα στο καφενείο είδα τα φιλαράκια μου που τόσο μου λείπουν από την μέρα που έχω
έρθει στη Κατερίνη, παίξαμε τη πρέφα μας κάπως ηρέμησα και γυρνώντας σπίτι για το
κυριακάτικο φαί είπα να μπω στο ιντερνέτ να δω καμιά είδηση. Συνήθως όμως οι
ειδήσεις που μαθαίνουμε δεν είναι αυτές που θέλουμε. Έτσι και τώρα η πρώτη είδηση
ήταν ανεπιθύμητη, ήταν από τις ειδήσεις που αυθόρμητα πρώτα σε κάνουν να
ψιθυρίσεις ένα γιατί και μετά σε κάνουν να βουρκώσεις. Ο Νίκος Παπάζογλου δεν
είναι πια κοντά μας, πέθανε λέει από καρκίνο….
Αμέσως πάω στη δισκοθήκη μου βρίσκω την « εκδίκηση της γυφτιάς» και τα « δήθεν»
και τα βάζω να παίξουν και το μυαλό μου γυρίζει πίσω 33 χρόνια. Τότε τον Φλεβάρη
του 1978 φεύγοντας φοιτητής για την Πάτρα έπαιρνα μαζί μου μεταξύ των άλλων
κασετών και μια κασέτα που λεγότανε « εκδίκηση της γυφτιάς». Τον υπέγραφαν δυο
δημιουργοί που δεν μου έλεγαν τίποτα , Νίκος Ξυδάκης και Μανώλης Ρασούλης…. Τρέχα
γύρευε λέω από μέσα μου, βλέπω ονόματα τραγουδιστών « ένας» Νίκος Πάπάζογλου,
Δημήτρης Κοντογιάννης και Σοφία Διαμαντή. Ποιοι είναι αυτοί μωρέ λέω αλλά κάπου
εκεί βλέπω ότι στη παραγωγή είναι ένα πολύ γνωστό όνομα , είναι ο Διονύσης
Σαββόπουλος και έτσι κάπως μου κεντρίζει το ενδιαφέρον.
Όταν εγκαθίσταμαι στο σπίτι και περνάνε οι πρώτες δύσκολες μέρες της εγκατάστασης
μου λέω ας βάλω να ακούσω αυτά τα καινούργια «ταλέντα» περιμένοντας να ακούσω έναν
στίχο πολιτικό και έναν ήχο με στοιχεία εμβατηρίου όπως ήταν τότε της μόδας στη
μεταχουντική ελληνική μουσική σκηνή.
Το πρώτο κομμάτι λέει κάτι για την εθνική οδό αλλά δεν βιάζομαι να το απορρίψω
και λέω ας ακούσω ακόμα ένα πριν πετάξω την κασέτα στα σκουπίδια….
Από το δεύτερο όμως αρχίζουν τα ταξίμια, οι νταλκάδες και τα λόγια του Ρασούλη
γεμάτα σαρκασμό και πρωτοτυπία. Λέω ας ακούσω και ένα τρίτο και εκεί ο Νίκος
Παπάζογλου μπαίνει για τα καλά στα αυτιά μου, στη ζωή μου στη ψυχή μου. Ο ρυθμός
του « τρελή και αδέσποτη» με ξεσηκώνει και αρχίζω και χορεύω μόνος μου στο άδειο
φοιτητικό μου σπίτι.
Παρακάτω ανακαλύπτω τον ύμνο της νεανικής μου τεμπελιάς και ανεμελιάς με τον τίτλο
και τον φοβερό στίχο « μην με αποκαλείς τεμπέλη και μου σπας το ηθικό….»
Ακολουθεί το χορευτικότατο ταξίμι « χαβαλεδιάρικο» με το οποίο όπως λέει και ο
στίχος γίνεται μπαντιρντί κανονικό και κομπλάρει ο Ανταμό….
Και εκεί που το γλέντι έχει ανάψει τα τραγούδια προχωράνε και ξαφνικά ακούγεται ο
ήχος από ένα μπαγλαμαδάκι, ένας ήχος που συνοδεύει τα γλέντια και τα ντέρτια των
νεοελλήνων εδώ και 33 χρόνια και θα τα συνοδεύει για δεκάδες χρόνια ακόμα.
Ποιος δεν έχει τραγουδήσει το θρυλικό μπαγλαμαδάκι
Από τότε ο Νίκος Παπάζογλου μπήκε στη ζωή μας και την ομόρφυνε με τα τραγούδια
του, της έδωσε ποιότητα με τη στάση ζωής που ακολούθησε απαρέγκλιτα.
Ακολούθησαν μετά από ένα χρόνο «τα δήθεν» στο ίδιο στυλ και με τους ίδιους
συντελεστές. Ο Νίκος Παπάζογλου καθιερώνει το στυλ με τζιν πουκάμισο και τη
θρυλική κόκκινη μπαντάνα παντρεύοντας τα λαικά και ανατολίτικα ακούσματα με το ροκ.
Το 1984 κυκλοφορεί ο επόμενος προσωπικός δίσκος του Παπάζογλου με τον
τίτλο «Χαράτσι» και η ελληνική μουσική έχει την ευτυχία να γνωρίζει ένα από τα
ωραιότερα της τραγούδια, τον πολυτραγουδισμένο «Αύγουστο» και ο έρωτας αποκτάει
τον ύμνο του , ύμνο που ανέβηκε στα χείλη χιλιάδων Ελλήνων την ώρα που θρηνούσαν
έναν χαμένο η έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, την ώρα που ένας έρωτας έμοιαζε με ένα
πανέμορφο Αυγουστιάτικο φεγγάρι.
Η συνέχεια είναι ανάλογη και έρχονται και άλλα όμορφα τραγούδια όπως ο «υδροχόος»,
η «καρυάτιδα», « ο μοναχός ο άνθρωπος» , «στη ρωγμή του χρόνου» , « φύσηξε ο
βαρδάρης» και στο καπάκι σε συνεργασία του με τον Ρασούλη και τον Πέτρο τον
Βαγιόπουλο σκάει το παραληρηματικά χορευτικό «πότε βούδας, πότε Κούδας» και τα
γλέντια αποκτάνε το εθνικό τους τσιφτετέλι που όποτε ακούγεται δεν αφήνει άνθρωπο
καθισμένο στη καρέκλα του και έτσι οι νεοέλληνες έρχονται πιο κοντά τραγουδώντας
και χορεύοντας : «βρε εδώ δεν είναι το Σούλι, εδώ είναι του Ρασούλη…»
Μετά έρχεται πάλι σε στίχους Ρασούλη το « αχ Ελλάδα» και εκφράζει το συναίσθημα
του Έλληνα για αυτή τη παράξενη πατρίδα που από τη μια την αγαπάς και από την άλλη
σε πνίγει και σε καθηλώνει.
Οι συναυλίες του Παπάζογλου σπάνε ταμεία και σε πολλές από αυτές είμαι και εγώ
μέσα στους τυχερούς. Ο Παπάζογλου κάνει σχολή και η σχολή αυτή της μουσικής σκηνής
της Θεσσαλονίκης δίνει μεγάλους τραγουδιστές, συνθέτες, στιχουργούς και μουσικούς.
Τελευταία φορά που τον είδα ζωντανά η παράσταση που έδινε με τον Διονύση
Σαββόπουλο το 2003. αποθέωση πραγματική.
Τα χρόνια περνάνε και ο Παπάζογλου πάντα συνεπής στις μουσικές του αρχές αλλά και
στις αξίες του σαν άνθρωπος συνεχίζει και υπηρετεί το καλό τραγούδι, συνεχίζει και
υπηρετεί τη σεμνότητα και την αξιοπρέπεια. Έχει έρθει η εποχή πια της ιδιωτικής
τηλεόρασης και ο χώρος για καλλιτέχνες σαν το Παπάζογλου μειώνεται δραματικά αφου
πια μεσουρανούν οι ανυπαρξίες με ημερομηνία λήξης. Ο λόγος του και οι μουσικές του
είναι τόσο παράταιρες για τις μουσικές ανορθογραφίες που επικρατούν και
επιβάλλονται με το ζόρι. Όσοι ξέρουν, όσοι έχουν ακουσει μένουν πιστοί στο βελούδο
της φωνής του, στο χρυσάφι της δημιουργίας του. Αυτοί σήμερα στο άκουσμα της
είδησης του θανάτου του Νίκου ψιθυρίσαμε το γιατί και αφήσαμε το δάκρυ να κυλίσει
και να τον συνοδέψει στο μεγάλο του ταξίδι. Και να μείνουμε απόψε σιωπηλοί όπως
ακριβώς λέγεται το ωραιότερο, κατά τη γνώμη μου, τραγούδι του.
Νίκο σε ευχαριστώ γιατί σε στιγμές μοναξιάς και φόβου μου έδωσες τον στίχο που
μετρίαζε και τα δυο , εκείνον που έλεγε «….. θέλω ένα όνειρο μονάχα να ΄ναι και
όταν ξυπνήσω το πρωί να είσαι εκεί για να μου πεις να μην φοβάμαι ….»
Νίκο έκανες όλη σου τη πορεία με αξιοπρέπεια, άφθαρτος, αυθεντικός, λαϊκός και
ροκ, αληθινός καλλιτέχνης, αληθινός άνθρωπος, αληθινός μάγκας.
Οι μουσικές σου θα εξακολουθήσουν να μας ομορφαίνουν τις στιγμές , τα γλέντια μας,
τους έρωτες μας, τις μοναξιές μας , τις λύπες μας, τους φόβους μας.
Σε ευχαριστούμε για όλα και σου συγχωρούμε αυτό το τελευταίο σου ταξίδι που
ξεκίνησε τόσο νωρίς…….
Κώστας Σορώτος