
04 | 05 | 2011 13:58
"Καλοί μου άνθρωποι έλεγε ο καλύτερος..."
Toυ ΚΩΣΤΑ ΣΟΡΩΤΟΥ
Χθες Τρίτη, ξύπνησα και ενώ ετοιμαζόμουνα να ξεκινήσω το ταξίδι μου για την
Κατερίνη μπαίνω για λίγο στο ιντερνέτ και η είδηση που διαβάζω με το που μπαίνω ,
αν και το περιμέναμε όσοι ξέραμε, μου σκίζει τη καρδιά και τη ψυχή μου. Ο Θανάσης
Βέγγος λέει πέθανε…..
Αυτό είναι μεγάλο ψέμα λέω. Για να πεθάνει κάποιος απαραίτητη προϋπόθεση είναι να
ξεχαστεί, να μην ξανακάνει ανθρώπους να κλάψουν και να γελάσουν για χάρη του και
αυτό για τον Θανάση Βέγγο δεν ισχύει γιατί ο καλός μας άνθρωπος θα συνεχίζει να
μας προσφέρει συναίσθημα πλουσιοπάροχα για δεκάδες χρόνια και θα μπολιάζει γενιές
επί γενεών με την ομορφιά που μπόλιασε και τη δική μου αλλά και πολλές ακόμα.
Κάνοντας αυτές τις σκέψεις προσπαθώντας να αρνηθώ τη σκληρή πραγματικότητα
συλλαμβάνω τον εαυτό μου να έχει πλαντάξει στο κλάμα σαν να έχω χάσει ένα δικό μου
άνθρωπο. Μα τι λέω ο Θανάσης ήταν ο άνθρωπος μας, για την ακρίβεια ήταν ο καλός
μας άνθρωπος. Ήταν ο άνθρωπος που όλοι θα θέλαμε να ήταν φίλος μας, όλοι θα θέλαμε
να ήταν ο γονιός μας, όλοι θα θέλαμε να είμαστε σαν αυτόν και ταυτόχρονα όλοι
καταλαβαίναμε ότι κανένας μας δεν μπορούσε να ήταν σαν αυτόν, τόσο ταλαντούχοι,
τόσο καλοί, τόσο μετριόφρονες, τόσο σεμνοί, τόσο αγαπητοί.
Κλαίγοντας αρνούμαι να πιστέψω ότι ο Θανάσης Βέγγος δεν είναι πια μαζί μας,
αρνούμαι να αποδεχτώ ότι ο άνθρωπος συνώνυμο με το γέλιο, ο άνθρωπος που έκανε τη
ζωή όλων των Ελλήνων πολύ πιο χαρούμενη μας έχει δώσει αυτή την πίκρα.
Ανάμεσα σε δάκρυα, στεναχώρια και αρνήσεις αρχίζουν και έρχονται οι μνήμες……
Άρχισα να θυμάμαι τις ουρές που είχε το σινε Καπιτόλ στο Πασσαλιμάνι όταν έπαιζαν
οι ταινίες του ΘΟΥ-ΒΟΥ που έφταναν μέχρι το σπίτι μου δυο στενά πιο πάνω.
Θυμήθηκα που τον ΘΟΥ- ΒΟΥ καραφλός πράκτορας 000 το είχα δει καμιά δεκαπενταριά
φορές και ότι τα γέλια ξεκινούσαν από τα γράμματα στο ξεκίνημα της ταινίας και
τέλειωναν αργά το βράδυ στο σπίτι όταν προσπαθούσα να εξιστορήσω στη μάνα μου τα
κατορθώματα του καλοκάγαθου πράκτορα.
Θυμάμαι την απίστευτη εκπαίδευση του σαν πράκτορας που ξεκινούσε με τον απίστευτο
ύμνο της σχολής, συνεχιζότανε με τα δυνατά χτυπήματα του Ζανίνο που προσπάθησε να
τον κάνει τέρας δύναμης με αποτέλεσμα να τον αποκάμει εντελώς με την ανάλογη
μουσική υπόκρουση με καμπανάκια και πουλάκια να ακούγονται στα αυτιά του καλού μας
Θανάση.
Θυμάμαι την προσπάθεια του να πηδήξει εμπόδια ανυπέρβλητα για αυτόν.
Θυμάμαι την προσπάθεια του να μάθει καράτε , στο χτύπημα με το χέρι να
χρησιμοποιεί πριόνι και στο χτύπημα με το κεφάλι να τον παίρνουν ακίνητο εντελώς
με το ξύλο στην ίσως πιο ξεκαρδιστική σκηνή του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Με λίγα λόγια τον θυμάμαι να σατιρίζει τον ήρωα εκείνης της εποχής Τζέιμς Μπόντ
και να απομυθοποιεί εντελώς και ειδικά όταν αρχίζουν και οι αποστολές που βέβαια
τα κάνει όλα μπάχαλο.
Ο Βέγγος δεν σατίριζε όμως μόνο τους άλλους κυρίως αυτοσαρκαζότανε, χαρακτηριστικό
μεγάλων κωμικών και κυρίως μεγάλων ανθρώπων. Στον Παπατρέχα λοιπόν προσπαθώντας να
τα φέρει πέρα και να παντρέψει τις πολλές αδελφές του για να παντρευτεί και ο
ίδιος κάνει απίστευτα πράγματα βάζοντας τον σκύλο της κυρίας Χασάμπεη μέσα στον
κουβά, να σηκώνει την χοντρή κυρία Καλιακούδα και να την ανεβάζει τις σκάλες όταν
χαλούσε το ασανσέρ η να τρώει σαβούρδα από το μηχανάκι του υποψήφιου γαμπρού του η
να βγαίνει μέσα από την τζαμαρία.
Θυμάμαι το « τύφλα να έχει ο Μάρλον Μπράντο» όπου αυτοσαρκάζεται αλύπητα
παριστάνοντας τον γόη ποιητή με την αξεπέραστη ποιητική βραδιά που απήγγειλε το
εκπληκτικό ποίημα « απόψε, σήμερα και χθες όλες οι πόρτες είναι κλειστές και εγώ
είμαι απ΄ όξω και μες στο θάμπος το θαμπό παίρνω αμπάριζα να μπω και με πετάνε
όξω. Όλος ο κόσμος με αγνοεί, βαρέθηκα πια τη ζωή, τους φόνους και τα μίση, αλί,
αλί και τρισαλί φωνάξτε αμέσως τον Αλή να με καρατομήσει…..» προκαλώντας ρίγη
ενθουσιασμού στις θαυμάστριες της ομορφιάς του αλλά και της ποιητικής του αξίας
αλλά και ασυγκράτητα γέλια στους θεατές μέσα στην κινηματογραφική αίθουσα.
Θυμάμαι τον « πολυθεσίτη και ερημοσπίτη» οπού επίσης σε ένα αυτοσαρκαστικό
κρεσέντο αλλά και σε μια περιγραφή του Έλληνα της εποχής που προσπαθεί να βρεί μια
δουλειά κάνοντας ότι να ΄ ναι.
Έτσι και ο Βέγγος τη μια είναι γκαρσόνι φέρνοντας την μακαρονάδα στη μούρη του
ατίθασου πιτσιρικά που δεν θέλει να φάει τίποτα με αποτέλεσμα να τον δείρει όλο το
μαγαζί. Μετά γίνεται διαιτητής σε αγώνα μποξ οπού προσπαθεί να ανακηρύξει νικητή
τον Τρύφωνα το λιοντάρι της Πλατανιάς που είναι όμως γύρω στα 50 κιλά απέναντι σε
ένα θηρίο από τον Κραβασαρά με αποτέλεσμα να ξαναφάει ξύλο.
Μετά γίνεται φαρμακοποιός οπού μεταξύ άλλων δραματικών προσπαθειών να πετύχει ένα
φάρμακο λέει και τη μυθική ατάκα στην ερώτηση της δύστυχης μάνας που αγωνιώντας
για την τύχη του «παλικαριού» της, ρωτάει μόλις παίρνει το σιρόπι που μόλις της
έχει φτιάξει ο «επιστήμονας» φαρμακοποιός:
- Να το πιεί όλο: για να πάρει την αφοπλιστική απάντηση….
- « ας πιεί όσο πιεί και αν δεν δει καλό με το υπόλοιπο τον τρίβετε….»
Το σινεμά λιποθυμάει από τα γέλια αλλά τα χειρότερα έρχονται αργότερα όταν ο
Βέγγος αποφασίζει να γίνει φωτογράφος βγάζοντας απίστευτες φωτογραφίες στις οποίες
ποτέ δεν είναι μέσα αυτοί που ποζάρουν με αποκορύφωμα την οικογένεια που όταν δεν
έχει υπομονή να περιμένει μια εβδομάδα για να βγει η φωτογραφία της ο Βέγγος της
προσφέρει μια έτοιμη και στην ένσταση της οικογένειας ότι δεν θα είναι αυτοί μέσα
στην έτοιμη φωτογραφία αντιλαμβάνονται ότι ούτε σε αυτή που πόζαραν θα είναι…..
Θυμάμαι πολλά, όπως θυμόμαστε πάντα στις παρέες τις ατάκες και τις σκηνές του
καλού μας ανθρώπου και ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια όσες φορές και να τις
ανακυκλώναμε αλλά δεν θέλω να κουράσω άλλο, άλλωστε χαρακτηριστικό του Θανάση
Βέγγου ήταν η λιτότητα και η σεμνότητα, ο απλός λόγος μακριά από γιρλάντες και
άσκοπα κοσμητικά επίθετα.
Απλά αποχαιρετώντας την χαρά της ζωής μας αισθάνομαι την ανάγκη να του πω δυο
λόγια αν και ξέρω ότι αν με άκουγε θα κοκκίνιζε αλλά και θα δικαιωνότανε για τη
στάση ζωής του.
ΚΥΡΙΕ Θανάση Βέγγο σε ευχαριστούμε γιατί μας ομόρφυνες τη ζωή με το γέλιο που μας
χάρισες. Σε ευχαριστούμε γιατί έδειξες ότι η σεμνότητα και η αξιοπρέπεια είναι
χαρακτηριστικά των μεγάλων ανθρώπων.
Σε ευχαριστούμε γιατί μοίρασες την αστείρευτη καλοσύνη σου απλόχερα σε εμάς και
μας ανάγκασες όλους να γίνουμε λίγο καλύτεροι άνθρωποι.
Σε ευχαριστούμε γιατί μέσα από τον αυτοσαρκασμό σου μας έμαθες να ψάχνουμε τον
εαυτό μας βαθύτερα και να μην το φοβόμαστε.
Σε ευχαριστούμε γιατί μέσα από τις ταινίες σου μας υπενθύμιζες ότι υπάρχουν
συνάνθρωποι μας που μπορεί και να μας έχουν ανάγκη.
Σε ευχαριστούμε γιατί προς το τέλος της ζωής σου μοιράστηκες μαζί μας ότι
πολυτιμότερο μπορούν να μοιραστούν οι άνθρωποι: Το δάκρυ και το κλάμα και αυτό μας
υπενθύμισες πόσο ανθρώπινος και αληθινός είσαι.
Σε ευχαριστούμε γιατί ήσουν λαϊκός άνθρωπος και όχι λαϊκιστής….
Τέλος σου ζητάμε συγγνώμη γιατί δεν καταλάβαμε τι ψυχούλα έκρυβες μέσα σου
αγνοώντας ότι το χιούμορ είναι ο καθρέφτης της θλίψης και εσύ έκρυβες μεγάλη θλίψη
μέσα σου και εμείς ήμασταν τελείως ανίκανοι να το αντιληφθούμε και να σου
προσφέρουμε λίγη χαρά σαν ανταπόδοση για τα ποτάμια χαράς και ομορφιάς που μας
έδωσες.
Χθες μόλις έφυγες θέλω να σου πω ότι το ιντερνέτ κατακλύστηκε από ευαισθησία,
αγάπη και μηνύματα για εσένα ενώ όλα τα άλλα εξαφανίστηκαν και κανείς δεν έγραφε
τίποτα άλλο.
Από όσα γράφτηκαν θα δανειστώ το καλύτερο που γράφτηκε από τον φίλο μου τον Σάντρο
και με αυτό θα σε αποχαιρετήσω:
«Καλοί μου άνθρωποι έλεγε ο καλύτερος από όλους μας…….»
Καλή ξεκούραση καλέ μας άνθρωπε και μακάρι κάποτε να ανταμώσουμε γιατί εσύ σίγουρα
θα είσαι στον παράδεισο……..